Meaning of ανοργασμία | Babel Free
Ορισμοί
επίμονη ή επαναλαμβανόμενη αδυναμία επίτευξης οργασμού, παρά τη σεξουαλική διέγερση, με πιθανές ψυχολογικές ή οργανικές αιτίες
Παραδείγματα
“※ Στους άνδρες ασθενείς η στυτική δυσλειτουργία, η δυσκολία εκσπερμάτωσης, η μειωμένη λίμπιντο και η ανοργασμία ήταν οι πιο συχνές αρνητικές επιπτώσεις.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.