Meaning of ανοικτή πώληση | Babel Free
Ορισμοί
- είναι μιά τακτική καιρδοσκοπικού χαρακτήρα με την οποία ένα άτομο δανείζεται από ένα δεύτερο κάποια περιουσιακά στοιχεία και το πρώτο τα πουλάει στην ανοικτή αγορά ή σε κάποιον τρίτο· κατόπιν αφού βεβαιωθεί πως η αξία των ιδίων περιουσιακών στοιχείων έχει πέσει, τα αγοράζει και τα επιστρέφει στο δανειστή του έχωντας αποκομίσει κέρδος
- συμβαίνει όταν πουλάς ακριβά και αγοράζεις φτηνά δανεικά αντικείμενα, που δε σου ανήκει η κατοχή αλλά η προσωρινή επικαρπία
Παραδείγματα
“ένας ριψοκίνδυνος επενδυτής μόλις αντιληφθεί μιά υπερτιμημένη μετοχή θα την πουλήσει ανοιχτά ρισκάρωντας να μη βρει αγοραστή”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.