Meaning of ανοιγοκλείσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
- θα ανοιγοκλείσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοιγοκλείνω
- να ανοιγοκλείσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.