Meaning of ανιχνεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
- θα ανιχνεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανιχνεύω
- να ανιχνεύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.