Meaning of ανιστόρητος | Babel Free
/a.niˈsto.ɾi.tos/Ορισμοί
- με άγνοια της ιστορίας
- που δεν γνωρίζει ιστορία
- που δεν βασίζεται σε επιστημονικά ιστορικά δεδομένα, που προδίδει άγνοια της ιστορίας
- που δεν τον έχουν εξιστορήσει ή δεν είναι δυνατόν να εξιστορηθεί
- που δεν τον έχουν ιστορήσει με τοιχογραφίες
Παραδείγματα
“※ Και ήταν οι καιροί που ατίναχτο // μέγα αστροπελέκι, κάτι // πρωταγρίκητο κι ως τότε κι ανιστόρητο, // ... κρέμουνταν απάνω από τον κόσμο”
“λόγω οικονομικών προβλημάτων το παρεκκλήσι παρέμεινε ανιστόρητο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.