Meaning of ανισοσκελία | Babel Free
/a.ni.so.sceˈli.a/Ορισμοί
η έλλειψη ισοσκελίας / ισοσκέλειας, η δυσμορφική κατάσταση κατά την οποία τα κάτω άκρα κάποιου έχουν άνισο μήκος
Ισοδύναμα
English
Disequilibrium
Παραδείγματα
“※ Αύξηση του ύψους σε ανθρώπους που πάσχουν από νανισμό έως και κατά 30 εκατοστά, αντιμετώπιση των ανισοσκελιών που έχουν προκληθεί από σοβαρούς τραυματισμούς ή από ασθένειες επιτυγχάνουν πλέον οι επιστήμονες με τη μέθοδο της «διατατικής οστεογένεσης» ή ιστογένεσης. (εφημερίδα Τα Νέα, 27.11.2007)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.