Meaning of ανθρωπάκι | Babel Free
/an.θɾoˈpa.ci/Ορισμοί
-
το μωρό familiar
- μικρόσωμος άνθρωπος
-
ασήμαντος ή τιποτένιος άνθρωπος figuratively, offensive
-
άκακος και αγαθός άνθρωπος, που δεν πειράζει figuratively
Παραδείγματα
“※ ανθρωπάκι θα είστε μετά απ' αυτό, όχι ανακριτής! Ποτέ δεν τόλμησα να σας βρίσω, αλλά τώρα εσείς μ'αναγκάζετε ! Ένα άβουλο ανθρωπάκι, ένας γελοίος ! (Άντον Τσέχοφ, Ο απρόβλεπτος κύριος Τσέχοφ: Σαράντα δύο διηγήματα, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)”
“※ Το καλό φιλήσυχο ανθρωπάκι ήταν κολέκτορας του Πατατάκου ! (Ιερώνυμος Λύκαρης, Το ρομάντζο των καθαρμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.