HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανθρακικό

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. χημική ουσία γνωστή στη χημεία ως ανθρακικό οξύ
  2. αέριο που εκλύεται από υγρό εμπλουτισμένο σε ανθρακικό οξύ που είναι διοξείδιο του άνθρακα
    colloquial

Ισοδύναμα

34 more languages

Παραδείγματα

“με ανθρακικό (carbonated, fizzy)”
μια πορτοκαλάδα με ανθρακικό (carbonated orange drink)”
“χωρίς ανθρακικό (not carbonated, still)”
μια πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό (still orange drink)”
“θέλετε πορτοκαλάδα με ή χωρίς ανθρακικό;”
“κούνησε την πορτοκαλάδα σου να βγει το ανθρακικό”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανθρακικό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free