Meaning of ανερμάτιστος | Babel Free
Ορισμοί
-
που δεν έχει έρμα / σαβούρα literally
-
που μεταβάλλεται εύκολα, είτε λόγω έλλειψης γνώσεων, είτε λόγω χαρακτήρα figuratively
-
που η κατάρτισή τους στο αντικείμενό τους είναι ελλιπής especially, figuratively
Ισοδύναμα
English
unballasted
Παραδείγματα
“※ Όμως ο έρμος ο Χρυσοβαλάντης, που τη μια προκαλεί υστερικά γέλια και την άλλη βούρκωμα στους αναγνώστες, δεν ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται. Ένας ανερμάτιστος άνθρωπος, πανικόβλητος απ’ την κρίση που αχνοφαίνεται στην Ελλάδα, παραπαίει μεταξύ αγαθομάρας και θυμοσοφίας. («Μάρτυς μου ο Θεός»: Η επανέκδοση ενός σπουδαίου βιβλίου, athensvoice.gr, 15/02/2020 https://www.athensvoice.gr/politismos/vivlio/622109/martys-moy-o-theos-i-epanekdosi-enos-spoydaioy-vivlioy/)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.