HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανερμάτιστος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που δεν έχει έρμα / σαβούρα
    literally
  2. που μεταβάλλεται εύκολα, είτε λόγω έλλειψης γνώσεων, είτε λόγω χαρακτήρα
    figuratively
  3. που η κατάρτισή τους στο αντικείμενό τους είναι ελλιπής
    especially, figuratively

Ισοδύναμα

English unballasted

Παραδείγματα

“※ Όμως ο έρμος ο Χρυσοβαλάντης, που τη μια προκαλεί υστερικά γέλια και την άλλη βούρκωμα στους αναγνώστες, δεν ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται. Ένας ανερμάτιστος άνθρωπος, πανικόβλητος απ’ την κρίση που αχνοφαίνεται στην Ελλάδα, παραπαίει μεταξύ αγαθομάρας και θυμοσοφίας. («Μάρτυς μου ο Θεός»: Η επανέκδοση ενός σπουδαίου βιβλίου, athensvoice.gr, 15/02/2020 https://www.athensvoice.gr/politismos/vivlio/622109/martys-moy-o-theos-i-epanekdosi-enos-spoydaioy-vivlioy/)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανερμάτιστος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course