Meaning of ανεπτυγμένος | Babel Free
a.ne.ptiɣˈme.nosΟρισμοί
- που έχει ήδη αναπτυχθεί (όπως σε σωματική διάπλαση ή σε κάποιον τομέα)
- που είναι εκτεταμένο, απλωμένο
- που ως θέμα παρουσιάστηκε αναλυτικά και εμπεριστατωμένα χωρίς περιττά στοιχεία
- που είναι αναλυμένος
Παραδείγματα
“ανεπτυγμένο τετράγωνο,ανεπτυγμένος κύβος”
“Το θέμα της έκθεσης ήταν ανεπτυγμένο πολύ σωστά”
“Κάθε αριθμός μπορεί να γραφεί σε ανεπτυγμένη μορφή”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.