Meaning of ανεπρόκοπος | Babel Free
Ορισμοί
ο αχαΐρευτος, ο απρόκοπος, που δε λέει να κάνει προκοπή, δεν προκόβει, δεν προοδεύει σε τίποτα
Παραδείγματα
“※ «Ας τον να μπει, το μπουκλούκι!» Ο Μπίλης ήταν το μπουκλούκι, το σκουπίδι δηλαδή, ο ανεπρόκοπος. (Χρήστος Χαρτοματσίδης, Ρίο Γκράντε, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.