Meaning of ανεπιφύλακτα | Babel Free
Ορισμοί
χωρίς επιφυλάξεις, άμεσα, χωρίς δισταγμό
Παραδείγματα
“※ Αφού μάταια προσπάθησαν κι οι δυο να αντισταθούν στο σκούντημα της ζωής, δόθηκαν ανεπιφύλακτα στο αλισβερίσι των αισθημάτων, των απολαύσεων, των επιθυμιών που φύλαγαν ο ένας για τον άλλο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 1917, 2024)”
“※ Τότε ακόμα, λοιπόν, οι οικονομολόγοι μπορούσαν να διακρίνονται ανάμεσα σε «αισιόδοξους» και «απαισιόδοξους» ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, σε ανεπιφύλακτα «συστημικούς», σε εν δυνάμει «αντισυστημικούς» και σε επιφυλακτικούς αγνωστικιστές. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.