Meaning of ανεπαίσθητος | Babel Free
/a.neˈpe.sθi.tos/Ορισμοί
που γίνεται αντιληπτός μέσω των αισθήσεων σε πολύ μικρό βαθμό ή με μεγάλη δυσκολία ή και καθόλου, ελαφρύς/ελαφρός
Ισοδύναμα
English
Imperceptible
Παραδείγματα
“ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα”
“ένα ανεπαίσθητο' αεράκι”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.