Meaning of ανεξερεύνητος | Babel Free
/a.ne.kseˈɾev.ni.tos/Ορισμοί
- που δεν έχει εξερευνηθεί ή δεν είναι δυνατόν να εξερευνηθεί
- που δεν μπορεί να ερμηνευτεί, να καταστεί γνωστός, μέσα από έρευνα, ανεξιχνίαστος
Ισοδύναμα
English
unfathomable
Παραδείγματα
“※ Παρέμεινε ανεξερεύνητο το ζήτημα της τύχης του. (Βασίλης Λασκαρίδης, Από τον Δεκέμβρη στον Εμφύλιο και 134 μήνες εξορία, 2006)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.