HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανεξερεύνητος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.ne.kseˈɾev.ni.tos/

Ορισμοί

  1. που δεν έχει εξερευνηθεί ή δεν είναι δυνατόν να εξερευνηθεί
  2. που δεν μπορεί να ερμηνευτεί, να καταστεί γνωστός, μέσα από έρευνα, ανεξιχνίαστος

Ισοδύναμα

English unfathomable

Παραδείγματα

“※ Παρέμεινε ανεξερεύνητο το ζήτημα της τύχης του. (Βασίλης Λασκαρίδης, Από τον Δεκέμβρη στον Εμφύλιο και 134 μήνες εξορία, 2006)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανεξερεύνητος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course