Meaning of ανεμόσκαλα | Babel Free
/a.neˈmo.ska.la/Ορισμοί
σκάλα φτιαγμένη από σκοινί, ξύλο ή άλλο υλικό, που μας βοηθάει να ανέβουμε κάπου, αλλά αιωρείται από την αιολική επενέργεια
Ισοδύναμα
English
rope ladder
Παραδείγματα
“※ Ο δροσερός αέρας, που χύθηκε μες στον κρυψώνα, ζωογόνησε μεμιάς τους άντρες. Και σιγά, φορτωμένος, κατέβηκε ο γέρος την ανεμόσκαλα, τους έφερε νερό και φαγί. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, κεφάλαιο ΚΓ, 1937)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.