Meaning of ανεμοζάλη | Babel Free
/a.ne.moˈza.li/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ανεμοζάλης)
- οι άνεμοι μεγάλης έντασης αλλά και που έρχονται από πολλές κατευθύνσεις, μια από τη μία και μια από την άλλη
- η σύγχυση, η αναταραχή, η αναστάτωση. η παραζάλη
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.