Meaning of ανελκύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανελκύω
- θα ανελκύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανελκύω
- να ανελκύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.