HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανεκτικότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/a.ne.ktiˈko.ti.ta/

Ορισμοί

  1. το να είναι κάποιος ανεκτικός, η ιδιότητα τού ανεκτικού
  2. ανθεκτικότητα
    figuratively

Ισοδύναμα

English tolerance

Παραδείγματα

“※ Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. («Μέλημά μου όσοι είναι στη σκιά, στα πίσω θρανία, στο περιθώριο», ΤΑ ΝΕΑ, 2024/03/04, https://www.tanea.gr/print/2024/03/04/interviews/melima-mou-osoi-einai-crsti-skia-sta-piso-thrania-sto-perithorio/)”
“Έχει ανεκτικότητα στις ιώσεις.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανεκτικότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course