HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανεκμετάλλευτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

αναξιοποίητος, που δεν έχει αξιοποιηθεί (συχνότερα κυρίως γιια τον εθνικό πλούτο και πάντως όχι για έμψυχα)

Παραδείγματα

“ανεκμετάλλευτος ορυκτός πλούτος, δασικός πλούτος”
“Δεν αφήνουν τίποτα ανεκμετάλλευτο, βγάζουν κι από τη μύγα ξίγκι, όλα τα έχουν εμπορευματοποιήσει”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανεκμετάλλευτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course