Meaning of ανεκμετάλλευτος | Babel Free
Ορισμοί
αναξιοποίητος, που δεν έχει αξιοποιηθεί (συχνότερα κυρίως γιια τον εθνικό πλούτο και πάντως όχι για έμψυχα)
Παραδείγματα
“ανεκμετάλλευτος ορυκτός πλούτος, δασικός πλούτος”
“Δεν αφήνουν τίποτα ανεκμετάλλευτο, βγάζουν κι από τη μύγα ξίγκι, όλα τα έχουν εμπορευματοποιήσει”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.