Meaning of ανδρώνυμο | Babel Free
Ορισμοί
όνομα με το οποίο αποκαλούν μια γυναίκα, το οποίο προκύπτει από το όνομα (ή και το επώνυμο) του συζύγου της (π.χ. η Γιώργαινα, η σύζυγος ενός Γιώργου· η Γκίκαινα, η σύζυγος κάποιου με το επώνυμο Γκίκας κ.ο.κ.)
rare
Παραδείγματα
“※ Πώς προσφωνούσε ο σύζυγος τη σύζυγο και πώς αυτή τον άνδρα της; —Στο ανδρώνυμο ή στο όνομά της”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.