Meaning of ανδρωνυμικός | Babel Free
Ορισμοί
- που αφορά, προέρχεται ή σχετίζεται με ανδρικό όνομα
-
τύπος ονόματος γυναίκας που προέρχεται από το μικρό όνομα ή το επώνυμο του συζύγου της (στο ουδέτερο, ανδρωνυμικό, ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο) broadly
Παραδείγματα
“Γιώργαινα: η γυναίκα του Γιώργου”
“Ματζουράναινα: η γυναίκα του Ματζουράνη”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.