Meaning of ανδρογύναιο | Babel Free
/an.ðɾoˈʝi.ne.o/Ορισμοί
ανδρόγυνο άτομο, θηλυπρεπής και κατ’ επέκταση ομοφυλόφιλος άνδρας
dated, obsolete
Παραδείγματα
“※ Ως «κυρία» χωρίς φουστάνια το πρωθυπουργικό «ανδρογύναιο» του Λουξεμβούργου σε επίσημη φωτογραφία με γυναίκες πρωθυπουργίνες του ΝΑΤΟ !!! (@kivotoshelp.gr)”
“※ (καθαρεύουσα) Ἕν ἀνδρογύναιον, τελείως γυμνόν, ἐξηπλωμένον εἰς τήν χειρουργικήν τράπεζαν, τό ὁποῖον δέν παρουσιάζει καμμίαν ἀντίστασιν. Κεῖται ἀταράχως. Θέμα μακάβριον.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.