Meaning of ανδρογόνο | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρική ορμόνη που προκαλεί την ανάπτυξη και διατήρηση των δευτερευόντων ανδρικών χαρακτηριστικών, όπως π.χ. η τριχοφυΐα και η βαριά φωνή
- συνθετική μορφή ορμόνης που μιμείται τη δράση των φυσικών ανδρογόνων του οργανισμού και χορηγείται για την αποκατάσταση ή ενίσχυση των επιπέδων τους, κυρίως σε περιπτώσεις ενδοκρινολογικών διαταραχών
Ισοδύναμα
English
androgen
Παραδείγματα
“※ Τα κύτταρα Leydig εκκρίνουν ανδρογόνα με κύριο εκπρόσωπο την τεστοστερόνη (Η βιοσύνθεση των ανδρογόνων, Ηλεκτρονική Πύλη του Ασκληπιακού Πάρκου, ανακτήθηκε στις 17/5/2025 http://panacea.med.uoa.gr/topic.aspx?id=623)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.