HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανδρισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR B2

Ορισμοί

  1. κυρίως το ανδρικό φέρσιμο, το γενναίο φρόνημα, η υπερηφάνεια, η ικανότητα του άνδρα να προστατεύει όσα κοινωνικά θεωρούνται δική του ευθύνη, η βασική ιδιότητα του άνδρα όπως αυτός νοείται ως οντότητα ανατομικά, ορμονικά και ψυχικά, συμπεριφερικά
  2. τα ανδρικά όργανα αναπαραγωγής
  3. η γενναιότητα στην ανάληψη ευθυνών

Ισοδύναμα

English Manhood Virility

Παραδείγματα

“Πρέπει να έχεις τον ανδρισμό να παραδέχεσαι και τα λάθη σου”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανδρισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course