ανδρισμός
Ορισμοί
- κυρίως το ανδρικό φέρσιμο, το γενναίο φρόνημα, η υπερηφάνεια, η ικανότητα του άνδρα να προστατεύει όσα κοινωνικά θεωρούνται δική του ευθύνη, η βασική ιδιότητα του άνδρα όπως αυτός νοείται ως οντότητα ανατομικά, ορμονικά και ψυχικά, συμπεριφερικά
- τα ανδρικά όργανα αναπαραγωγής
- η γενναιότητα στην ανάληψη ευθυνών
Ισοδύναμα
29 more languages
Българскимъжественост
বাংলাপুরুষত্ব
Catalàvirilitat
DeutschGeschlechtspotenzManneskraftMannhaftigkeitMannheitmännliche BeschaffenheitMännlichkeitMännlichseinPotenzVirilitätZeugungskraft
Ελληνικάαρρενοπρέπεια
Esperantovireco
فارسیمردانگی
Gàidhligfearachas
Galegovirilidade
Magyarférfiasság
Italianovirilità
한국어정력
Latinavirilitas
Lietuviųvyriškumas
Македонскимажественост
Polskimęskość
Portuguêsvirilidade
Românăvirilitate
Русскиймужественность
Svenskavirilitet
Тоҷикӣмардонагӣ
Tagalogbulog
اردومردانگی
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free