Meaning of ανδραποδίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
- θα ανδραποδίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανδραποδίζω
- να ανδραποδίσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.