Meaning of αναχρονισμός | Babel Free
/a.na.xɾo.niˈzmos/Ορισμοί
-
η μεταφορά ενός πολιτισμικού στοιχείου που χαρακτηρίζει μια ιστορική περίοδο σε αφήγηση που αναφέρεται σε μιαν άλλη εποχή literary
- η διατήρηση ή επαναφορά στη χρήση ενός στοιχείου που θεωρείται πια ξεπερασμένο
Ισοδύναμα
English
Anachronism
Παραδείγματα
“Η αναφορά στο σίδηρο σε διάφορα σημεία της Ιλιάδας αποτελεί έναν αναχρονισμό, εφόσον ο σίδηρος ήταν γνωστός στην εποχή που συντέθηκε το έπος, όχι όμως και στη μυκηναϊκή εποχή, στην οποία αναφέρεται.”
“Η θανατική ποινή για πολλούς αποτελεί έναν απαράδεκτο αναχρονισμό.”
“※ 1931 - ΤΑΦ ΚΑΠΑ [ανώνυμος, γλώσσα δημοτική], «Της ζωής νταλαβέρι», εφημερίδα Ταχυδρόμος, αρ. φύλλου 1846, Μυτιλήνη, 19/1/1931 pdf, σελ.1”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.