Meaning of ανατριχιαστικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του ανατριχιαστικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του ανατριχιαστική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του ανατριχιαστικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.