Meaning of ανατριχιάσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
- θα ανατριχιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανατριχιάζω
- να ανατριχιάσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.