HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανατριχίλα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η αίσθηση που βιώνουμε όταν ανατριχιάζουμε, όταν αισθανόμαστε να σηκώνεται η τρίχα μας από φόβο, φρίκη, κρύο ή ερωτική διέγερση
  2. η αίσθηση που έχουμε όταν ανεβάζουμε πυρετό, όταν νιώθουμε ένα ήπιο τρέμουλο, μπιμπικιάζουμε και νιώθουμε να ορθώνονται οι τρίχες μας, όπως όταν κρυώνουμε

Παραδείγματα

“Η "Μεγάλη Ανατριχίλα" είναι έργο του 1983 αλλά παραμένει επίκαιρη”
“Έχω ανατριχίλες. Λες να ανεβάζω πυρετό;”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανατριχίλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course