Meaning of ανατρεπτικός | Babel Free
/a.na.tɾe.ptiˈkos/Ορισμοί
- που κάνει κάτι να μην ισχύει
- που οδηγεί ή συμβάλλει στην πολιτική ή κοινωνική ανατροπή
-
αντισυμβατικός, πρωτοποριακός, επαναστατικός broadly
- που ανατρέπει μια απόφαση, ακυρωτικός
Ισοδύναμα
English
Subversive
Παραδείγματα
“※ Με τον ευρηματικό και ανατρεπτικό του στίχο ο Διονύσης Σαββόπουλος έγινε φωνή και καθρέφτης του νεοέλληνα. (Η Ελλάδα αποχαιρετά τον «Νιόνιο» της: Μεγάλη θλίψη και σεβασμός στο τεράστιο έργο του – Το Σάββατο το τελευταίο αντίο, ertnews.gr, 22/10/25 https://www.ertnews.gr/eidiseis/politismos/i-ellada-apoxaireta-ton-nionio-tis-megali-thlipsi-kai-sevasmos-sto-terastio-ergo-tou-to-savvato-to-teleytaio-antio/)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.