HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανατρεπτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.na.tɾe.ptiˈkos/

Ορισμοί

  1. που κάνει κάτι να μην ισχύει
  2. που οδηγεί ή συμβάλλει στην πολιτική ή κοινωνική ανατροπή
  3. αντισυμβατικός, πρωτοποριακός, επαναστατικός
    broadly
  4. που ανατρέπει μια απόφαση, ακυρωτικός

Ισοδύναμα

English Subversive

Παραδείγματα

“※ Με τον ευρηματικό και ανατρεπτικό του στίχο ο Διονύσης Σαββόπουλος έγινε φωνή και καθρέφτης του νεοέλληνα. (Η Ελλάδα αποχαιρετά τον «Νιόνιο» της: Μεγάλη θλίψη και σεβασμός στο τεράστιο έργο του – Το Σάββατο το τελευταίο αντίο, ertnews.gr, 22/10/25 https://www.ertnews.gr/eidiseis/politismos/i-ellada-apoxaireta-ton-nionio-tis-megali-thlipsi-kai-sevasmos-sto-terastio-ergo-tou-to-savvato-to-teleytaio-antio/)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανατρεπτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course