Meaning of ανατρέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατρέπω
- θα ανατρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανατρέπω
- να ανατρέψει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.