Meaning of ανατομείο | Babel Free
/a.na.toˈmi.o/Ορισμοί
- το νεκροτομείο, αίθουσα στην οποία φυλάσσονται προσωρινά οι σοροί εκείνων που πέθαναν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και που πρέπει να τους γίνει νεκροψία και νεκροτομή προκειμένου να εξακριβωθούν τα αίτια θανάτου
- χώρος στον οποίο διδάσκονται ανατομία οι φοιτητές της ιατρικής (συνήθως το νεκροτομείο)
Παραδείγματα
“※ Αν και συνηθισμένος, τρία χρόνια τώρα, ν' αντικρίζει πτώματα, λόγω των σπουδών του, στο ανατομείο, δεν είχε αποκτήσει ακόμα, εν τούτοις, την απαιτούμενη εκείνη ψυχραιμία, που χρειάζεται σ' όλες αυτές τις εργασίες. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.