Meaning of Ανατολικοευρωπαίος | Babel Free
Ορισμοί
άτομο που προέρχεται από ή έχει στενούς δεσμούς καταγωγής με μια από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως αυτή νοείται γεωγραφικά, πολιτισμικά ή ιστορικά
Ισοδύναμα
English
Eastern European
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.