Meaning of ανασφάλεια | Babel Free
Ορισμοί
- η έλλειψη αισθήματος ασφάλειας, σιγουριάς
-
, στον πληθυντικό familiar, vulgar
Ισοδύναμα
English
insecurity
Παραδείγματα
“※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.”
“η φυσιολογική ανασφάλεια ενός μικρού παιδιού”
“η παθολογική ανασφάλεια”
“Ένα ποσοστό ηγετών, όταν σιγουρέψουν την εκλογική τους νίκη και απαλλαγούν από ανασφάλειες και βασανιστικές σκέψεις αυτοϋποτίμησης, παύουν πια «να ακούνε», κι ας ήταν πριν πολύ ανοιχτοί. (Μίμης Ανδρουλάκης, Ε, Πρόεδρε!, , 2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.