HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανασφάλεια | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η έλλειψη αισθήματος ασφάλειας, σιγουριάς
  2. , στον πληθυντικό
    familiar, vulgar

Ισοδύναμα

English insecurity

Παραδείγματα

“※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.”
“η φυσιολογική ανασφάλεια ενός μικρού παιδιού”
“η παθολογική ανασφάλεια”
“Ένα ποσοστό ηγετών, όταν σιγουρέψουν την εκλογική τους νίκη και απαλλαγούν από ανασφάλειες και βασανιστικές σκέψεις αυτοϋποτίμησης, παύουν πια «να ακούνε», κι ας ήταν πριν πολύ ανοιχτοί. (Μίμης Ανδρουλάκης, Ε, Πρόεδρε!, , 2012)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανασφάλεια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course