Meaning of ανασυλλαβισμός | Babel Free
/a.na.si.la.viˈzmos/Ορισμοί
νέα συλλαβική διαίρεση η οποία γίνεται όταν συναντιούνται μορφήματα ή λέξεις και απολήγει στην υπαγωγή φθόγγου μιας συλλαβής στην γειτονική της
Παραδείγματα
“σβόλος < βόλος (από συνεκφορά με το οριστικό άρθρο τους βόλους)”
“αβδέλλα < βδέλλα (από συμπροφορά με το αόριστο άρθρο μια βδέλλα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.