Meaning of ανασυγκροτώ | Babel Free
a.na.siŋ.ɡɾoˈtoΟρισμοί
- συγκροτώ εκ νέου, ανασυνθέτω, ανασυντάσσω δυνάμεις για να επιτεθώ
- προχωρώ σε μεγάλη αναδιάρθρωση
- αναδιοργανώνομαι, γίνομαι δυναμικός
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οι ομάδες των χούλιγκαν ανασυγκρότησαν τις δυνάμεις τους και επιτέθηκαν...”
“παράνομο το Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο ανασυγκροτήθηκαν οι Σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών”
“Τότε η Ανατολική Γερμανία, αλλά και όλος ο τέως Ανατολικός Συνασπισμός άρχισαν να ανασυγκροτούνται υπό όρους καπιταλιστικής αγοράς”
“ανασυγκροτήθηκε η αριστερή πτέρυγα και πιέζει τους κεντρώους του κόμματος”
“διεκδικεί τίτλο τώρα που ανασυγκροτήθηκε η ΠΑΕ...”
“ανασυγκρότησε το επιτελείο του ο..”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.