HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανασυγκροτώ | Babel Free

Verb CEFR C1
a.na.siŋ.ɡɾoˈto

Ορισμοί

  1. συγκροτώ εκ νέου, ανασυνθέτω, ανασυντάσσω δυνάμεις για να επιτεθώ
  2. προχωρώ σε μεγάλη αναδιάρθρωση
  3. αναδιοργανώνομαι, γίνομαι δυναμικός

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“οι ομάδες των χούλιγκαν ανασυγκρότησαν τις δυνάμεις τους και επιτέθηκαν...”
“παράνομο το Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο ανασυγκροτήθηκαν οι Σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών”
“Τότε η Ανατολική Γερμανία, αλλά και όλος ο τέως Ανατολικός Συνασπισμός άρχισαν να ανασυγκροτούνται υπό όρους καπιταλιστικής αγοράς”
“ανασυγκροτήθηκε η αριστερή πτέρυγα και πιέζει τους κεντρώους του κόμματος”
“διεκδικεί τίτλο τώρα που ανασυγκροτήθηκε η ΠΑΕ...”
“ανασυγκρότησε το επιτελείο του ο..”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανασυγκροτώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course