Meaning of αναστενάξει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστενάζω
- θα αναστενάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναστενάζω
- να αναστενάξει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.