HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναστατώσει | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστατώνω
  2. θα αναστατώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναστατώνω
  3. να αναστατώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναστατώσει used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course