Meaning of αναστήλωση | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού αναστηλώνω
- η αποκατάσταση αξιόλογου κτίσματος (μνημείου) στην αρχική του μορφή
- η επαναφορά των εικόνων στην εκκλησία (με το τέλος της εικονομαχίας)
-
αποκατάσταση figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Δίπλα, συνεχίζονται οι εργασίες αναστήλωσης του Παρθενώνα. Προς στιγμήν ξεχνιέμαι. Με συνεπαίρνει η υψηλή ποιότητα της αναστήλωσης, διακρίνω τα νέα κομμάτια του λευκού μαρμάρου που συμπληρώνουν τόσο περίτεχνα τα σπόλια που χάθηκαν και τώρα ξαναβρίσκουν τη θέση τους πάνω στους κίονες, στα επιστήλια, στα γείσα. (www.efsyn.gr, 12.04.2021)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.