HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναστήλωση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού αναστηλώνω
  2. η αποκατάσταση αξιόλογου κτίσματος (μνημείου) στην αρχική του μορφή
  3. η επαναφορά των εικόνων στην εκκλησία (με το τέλος της εικονομαχίας)
  4. αποκατάσταση
    figuratively

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Δίπλα, συνεχίζονται οι εργασίες αναστήλωσης του Παρθενώνα. Προς στιγμήν ξεχνιέμαι. Με συνεπαίρνει η υψηλή ποιότητα της αναστήλωσης, διακρίνω τα νέα κομμάτια του λευκού μαρμάρου που συμπληρώνουν τόσο περίτεχνα τα σπόλια που χάθηκαν και τώρα ξαναβρίσκουν τη θέση τους πάνω στους κίονες, στα επιστήλια, στα γείσα. (www.efsyn.gr, 12.04.2021)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναστήλωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course