HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναστάσιμος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την ανάσταση του Χριστού ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. τα αναστάσιμα
  3. που έχει σχέση με την αναγέννηση / αναζωογόνηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
    figuratively

Παραδείγματα

“αναστάσιμα τροπάρια”

Easter hymn

“※ Η πανηγυρική αναστάσιμη ακολουθία (παννυχίδα) θα τελεστεί απόψε στις εκκλησίες της χώρας, παρουσία πιστών, με την τήρηση όλων των προβλεπόμενων μέτρων προστασίας. (www.efsyn.gr, 26.05.2020)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναστάσιμος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course