Meaning of ανασκοπήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
- θα ανασκοπήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανασκοπώ
- να ανασκοπήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.