Meaning of ανασκολοπίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
- θα ανασκολοπίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανασκολοπίζω
- να ανασκολοπίσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.