Meaning of ανασκευάσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
- θα ανασκευάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανασκευάζω
- να ανασκευάσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.