Meaning of ανασκάψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
- θα ανασκάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανασκάπτω
- να ανασκάψει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.