Σημασία του ανασηκώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
- θα ανασηκώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανασηκώνω
- να ανασηκώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.