Σημασία του ανασηκώνομαι | Babel Free
Ορισμοί
- σηκώνομαι ήπια ή λίγο προς τα πάνω (από την καρέκλα, τον καναπέ, το κρεβάτι), κάνω να σηκωθώ αλλά δεν σηκώνομαι τελείως, (μπορεί να ανασηκώσω μόνον το κορμό)
- σηκώνομαι πάνω, ορθώνομαι, τεντώνομαι
- σηκώνομαι προς τα πάνω, τυλίγομαι προς τα πάνω
Παραδείγματα
“Παλιότερα όταν έμπαιναν σε ένα δωμάτιο γυναίκες, οι άνδρες ανασηκώνονταν ελαφρά από τη θέση τους και ξανακάθονταν”
“Ερχεται η κουμπάρα, μείνε στο κρεβάτι, απλά ανασηκώσου κάπως -δικός μας άνθρωπος είναι, δεν θα παρεξηγηθεί αφου είσαι αδιάθετος”
“Οταν άκουσα ότι θα κόψουν κι άλλο τις συντάξεις ανασηκώθηκαν οι τρίχες των μαλλιών μου”
“ανασηκωμένα μανίκια, γιακάδες”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.