HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναρχικότητα | Babel Free

Noun masculine CEFR C1

Ορισμοί

  1. συμπεριφορά που δεν διακρίνεται από τάξη και πειθαρχία, όχι με την έννοια της θεωρίας ή του χαρακτηριστικού του πολιτικού ρεύματος του αναρχισμού (αφού δεν υπάρχει "σοσιαλιστικότητα"", "κομμουνιστικότητα" ή "ακροδεξιότητα") αλλά περιορισμένα για την άτακτη, άναρχη συμπεριφορά στην καθημερινότητα.
  2. η τάση προς τον αναρχισμό ως πολιτικού ρεύματος ή η συνέπεια προς τις αρχές του αναρχισμού (χρήση αντίστοιχη της "σοσιαλιστικότητας" σε φράσεις βουλευτών του ΠΑΣΟΚ όπως "αμφισβητούν τη σοσιαλιστικότητά" μου με τους περισσότερους πάντως να βάζουν τουλάχιστον την λέξη εντός εισαγωγικών ως ανύπαρκτη)

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναρχικότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course