Meaning of αναρτήρας | Babel Free
Ορισμοί
-
εξάρτημα όπου κρεμάμε κάτι, σε ειδική ορολογία formal
-
αναρτήρας σπέρματος formal
-
αναρτήρας οσχέου, σουσπανσουάρ formal
-
αναρτήρας έλξης (βοηθητικός μηχανισμός στήριξης, έλξης, ανύψωσης) formal
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.