Meaning of αναρρίχηση | Babel Free
/a.naˈɾi.çi.si/Ορισμοί
- το να σκαρφαλώνει κάποιος σε ύψωμα με μεγάλη κλίση
- αγώνισμα που απαιτεί ανάβαση σε ύψωμα με μεγάλη κλίση που απαιτεί να χρησιμοποιήσει κανείς και τα χέρια του και πιθανόν ειδικό εξοπλισμό
-
η ανοδική πορεία κάποιου σε αξιώματα ή επαγγελματικές θέσεις, ακόμη και με αθέμιτο τρόπο figuratively
Ισοδύναμα
English
Climbing
Παραδείγματα
“η ορεινή αναρρίχηση”
mountain climbing
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.