Meaning of αναπυρώνω | Babel Free
Ορισμοί
- κάνω κάτι για να ανάψει ξανά μια φωτιά που είχε σβήσει ή για να ξαναγίνουν έντονες οι φλόγες της αν έχει μισοσβήσει
- ξαναφέρνω στην επιφάνεια κάτι που είχε ξεχαστεί, όχι αναγκαστικά δυσάρεστο
- ανακινώ ένα δυσάρεστο θέμα που κάποιοι θα ήθελαν πια να ξεχαστεί
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.